πατρα - Δημήτριος Γούναρης

Φωτογραφία από χρήστη στο Flickr.
Καποδίστριας3 . Στις 29 Μαΐου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ παραιτήθηκε από πατρα τον θρόνο υπέρ του γιου του Αλέξανδρου, ύστερα από πιέσεις Πάτρα των συμμάχων και υπό την απειλή των γαλλικών στρατευμάτων.
Στις εκλογές όμως του Μαρτίου του 1906, και αφού είχε προηγηθεί η τραγική δολοφονία του Θεόδωρου Δηλιγιάννη, πατρα Νομός Αχαΐας κατάφερε να επανεκλεγεί με το Θεοτοκικό κόμμα. Η στάση του Γούναρη όλων αυτών τον καιρό ήταν απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις αν Πάτρα και σε στενό κύκλο συνεργατών είχε δηλώσει οτι προτιμούσε την ουδετερότητα, αν και σύμφωνα με τον μετέπειτα πρόεδρο της βουλής Ζαβιτσάνο, ο Γούναρης είχε πειστεί από τον Μεταξά για την υπεροχή της Γερμανίας. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1915, και αφού είχε παραιτηθεί η κυβέρνηση Βενιζέλου, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ πρότεινε στον Πάτρα Αλέξανδρο Ζαΐμη την πρωθυπουργία, και κατόπιν αρνήσεως του στον Στέφανο Σκουλούδη.
Ο Βασιλιάς όμως αρνήθηκε να κάνει δεκτή την παραίτηση του. Με την διαθήκη του ο Γούναρης έγινε μέγας ευεργέτης του Δήμου Πατρέων και συγκεκριμένα της δημοτική βιβλιοθήκης.
Και βέβαια ήταν υπαρκτός και ο κίνδυνος της Πάτρα τουρκικής αντεκδίκησης σε περίπτωση που ο ελληνικός στρατός εγκατέλειπε τα μικρασιατικά παράλια αφού οι Τούρκοι δεν ήταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν. Η Αυστρία απεύθυνε τελεσίγραφο στη Σερβία, η οποία το απέρριψε.
Εκπαιδεύτηκε στο λύκειο Πράπα & Γκιαούρη και γνώριζε ήδη από την παιδική του ηλικία γαλλικά και ιταλικά χάρις Πάτρα στη βοήθεια της Ιταλίδας παιδαγωγού Λαφφόν. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο Πάτρας, το 1884 γράφτηκε στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, απ όπου αποφοίτησε με άριστα το 1889, αποκτώντας παράλληλα και τον τίτλο του διδάκτορος της νομικής επιστήμης. Το όνομα του συνδέθηκε με την αρνητική έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας εξαιτίας των λανθασμένων χειρισμών της κυβερνήσεώς του, η οποία κατέληξε στη Μικρασιατική καταστροφή.
Σύντομα όμως επεκτάθηκε και σε άλλα ζητήματα θίγοντας κυρίως τα εξωτερικά. Ο Γεώργιος Μπαλτατζής διορίστηκε υπουργός εξωτερικών και ναυτικών, ο Γούδας εκκλησιαστικών, ο Νικόλαος Θεοτόκης στρατιωτικών και ο Πρωτοπαπαδάκης οικονομικών.
Μάλιστα επειδή αργούσε να ντυθεί λόγω της καταστάσεως του, ο Κατσαγιαννάκης τον απείλησε ότι θα τον μεταφέρει γυμνό έτσι και αργούσε λίγο ακόμα. Ο υπουργός οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης αναγκάστηκε να διχοτομήσει το χαρτονόμισμα, δηλαδή να προβεί σε μια πράξη δανεισμού κόβοντας στη κυριολεξία σε δύο μέρη το χαρτονόμισμα.
Σημαντικό ρόλο στην απόφαση του να πολιτευτεί διαδραμάτισε η ομάδα «των γοβιών», όπως αποκαλέστηκε από τον λαό, η οποία αποτελείτο από επαγγελματίες, ανεξάρτητους από τις κομματικές εξαρτήσεις, οι οποίοι συγκεντρώνονταν στην οικία του συμβολαιογράφου Αντωνόπουλου στη πλατεία Γεωργίου. Μερικές μέρες αργότερα, στις 4 Νοεμβρίου εισέβαλαν γαλλικά στρατεύματα στην Αθήνα και τον Πειραιά αλλά απωθήθηκαν.
Ο Γούναρης, στη συνεδρίαση της βουλής στις 21 Σεπτεμβρίου του 1915, αφού σχολίασε τα γεγονότα, ξεκαθάρισε την θέση του λέγοντας: «Η φυσική πολιτική μιας χώρας, όταν έτερα κράτη συμπλέκονται προς άλληλα, είναι η πολιτική της ουδετερότητας. Ο νόμος αφορούσε τη σύναψη, μεταξύ του ελληνικού κράτους και ομάδας βρετανών κεφαλαιούχων, συμφωνίας για τη μονοπώληση του εμπορίου ελληνικής σταφίδας για είκοσι χρόνια. Στις εκλογές το 1905 συνεργάστηκε με το Θεοτοκικό κόμμα αλλά συνάντησε την αντίσταση των σταφιδοπαραγωγών με αποτέλεσμα να μην εκλεγεί.
Τα περισσότερα στελέχη της κυβέρνησης είχαν ήδη συλληφθεί από ομάδα αξιωματικών με αρχηγό τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Και σε αυτή την κυβέρνηση ο Γούναρης ανέλαβε το υπουργείο των στρατιωτικών.
Στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου που ακολούθησαν τον ίδιο χρόνο, ο Γούναρης δεν έθεσε υποψηφιότητα εξαιτίας των αποφάσεων των τριών παλαιών κομμάτων, Θεοτοκικού, Μαυρομιχαλικού & Ραλλικού, να μην συμμετάσχουν στις εκλογές. Ο Δημήτριος Γούναρης (Πάτρα 5 Ιανουαρίου 1867 - 15 Νοεμβρίου 1922 Γουδή) ήταν Πατρινός πολιτικός, αρχηγός του Λαϊκού κόμματος, κύριος εκπρόσωπος του αντιβενιζελισμού και τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.
όπου αποφασίστηκε η δημιουργία μιας πολιτικής ομάδας που θα στηριζόταν σε κοινή ιδεολογία. Στις εκλογές του Μαρτίου ο Γούναρης μόλις και μετά βίας κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής Πατρών, εξαιτίας της ανετοιμότητάς του και της επιτυχίας του κόμματος των Φιλελευθέρων, το οποίο κέρδισε τις 151 από τις 181 βουλευτικές έδρες. Μια από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης ήταν η ψήφιση του νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων και η αντικατάσταση του Παπούλα από τον Γεώργιο Χατζανέστη. Το σκηνικό στη Μικρά Ασία ήταν δραματικό.
Η εκλογή του αλλά και οι απόψεις του προκάλεσαν το ενδιαφέρον του εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις», Γαβριηλίδη, ο οποίος απέστειλε τον έγκριτο δημοσιογράφο Σταμάτη Λύτρα για να αποσπάσει συνέντευξη του Γούναρη, η οποία και δημοσιεύθηκε σε τρία φύλλα της «Ακροπόλεως» στις 12, 13 και 14 Νοεμβρίου του 1902. Χαρακτηριστικό είναι ότι το μέσο ημερήσιο κόστος της εκστρατείας είχε φτάσει τα 8 εκατομμύρια δραχμές.
Εις την υπηρέτριάν μου Ευφροσύνην Στρατή αφίνω δέκα χιλιάδας, και την βιβλιοθήκην μου εις τον Δήμον Πατρών. Η διαθήκη του όπως και η ζωή του ήταν λιτή γι αυτό και δεν απέκτησε ποτέ περιουσία. Η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη πρότεινε για αντιπερισπασμό επίθεση στη Κωνσταντινούπολη, οι σύμμαχοι όμως, και ιδιαίτερα η Γαλλία, αντέδρασαν.
Γεγονώς είναι οτι η συμμετοχή του δεν αποδείχτηκε και οτι ουσιαστικός αρχηγός των επιστράτων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς καθώς και ο Ιωάννης Σαγιάς, πιθανότατα συγγενής του γαμπρού του Γούναρη, Νικολάου Σαγιά. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου του 1922, έχοντας ουσιαστικά αποτύχει να επισπεύσει τη λήξη του Μικρασιατικού ζητήματος και την άρση του οικονομικού αποκλεισμού, που είχε επιβληθεί από τις μεγάλες δυνάμεις για την επάνοδο του Κωνσταντίνου Α΄. Με την επιστροφή του λοιπόν στην Αθήνα απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης με αποτέλεσμα να κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση ο Νικόλαος Στράτος, ο οποίος όμως καταψηφίστηκε.
Προτίμησε κυρίως να κρατήσει μια μετριοπαθή στάση έτσι ώστε να μην έρθει σε σύγκρουση με το παλάτι. Η κυβέρνηση μπροστά στην απειλή λιμοκτονίας του πληθυσμού εξαιτίας του ναυτικού αποκλεισμού αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να αποσύρει τα στρατεύματα της προς την Πελοπόννησο. Αφού ανέγνωσε ένα σύντομο λόγο Η ιταλική κυβέρνηση παρ όλες τις έξωθεν πιέσεις αρνήθηκε να τους εκδώσει και αφού έλαβαν την δυνατότητα να κινούνται ελεύθερα εντός της χώρας, ο Γούναρης εγκαταστάθηκε αρχικά στην Πίζα και έπειτα στη Σιένα. Κατά την απουσία Γούναρη, η Ελλάδα είχε συνταχθεί με τις συμμαχικές δυνάμεις και είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία και στη Βουλγαρία.
Ύστερα από αυτό το γεγονός συνελήφθη, παραπέμφθηκε στη «Δίκη των Έξι» και εκτελέστηκε στο Γουδί. Στις 21 Οκτωβρίου του 1915, μετά από ένα επεισόδιο με του Βενιζέλου με τον υπουργό στρατιωτικών Ιωάννη Γιαννακίτσα, ο Βενιζέλος ζήτησε την άμεση αποπομπή του από την κυβέρνηση.
εκτελέστηκε στο Γουδί, παρουσία λιγοστών συγγενών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ξάδερφος του και μετέπειτα δήμαρχος Πατρέων, Ιωάννης Βλάχος. Δύνεμαι μάλιστα να σας διαβεβαιώσω, οτι το επ΄εμοί ακραδάντως οτι θα ήσαν ευτυχείς, εαν η πολιτική των ωδήγει την Ελλάδα εις εθνικό θρίαμβον του, στην οποία ανέφερε: Ότι περισσεύει εκ της μικράς μου περιουσίας, αφού πληρωθούν τα χρέη μου, επιθυμώ να περιέλθη εις τον γαμβρόν μου Κανέλλον Α.
Λίγο πριν την έκρηξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, ο Γούναρης είχε μια τελευταία σύγκρουση στη Βουλή, αυτή τη φορά για την παραχώρηση στην Αλβανία της νήσου της Σάσσωνος στον κόλπο της Αυλώνας, η οποία κατά την άποψή του ήταν καίριας στρατηγικής σημασίας. Λίγους μήνες αργότερα, στις 15 Ιουνίου/28 Ιουνίου του 1914, δολοφονήθηκε από τον Σερβο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ ο Αρχιδούκας της Αυστρίας και διάδοχος του θρόνου Φραγκίσκος Φερδινάνδος στο Σεράγεβο, πόλη που ανήκε τότε στην Αυστροουγγαρία. Οι δύο πρώτοι δέχτηκαν με αποτέλεσμα η ομάδα των Ιαπώνων να εξουδετερωθεί πολιτικά. Έτσι τον Ιούνιο του 1908 ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών.
Στη συγκεκριμένη ομάδα προσχώρησε ο Γούναρης, ύστερα από πρόσκληση του φίλου του, Κωνσταντίνου Φιλόπουλου, παππού του μετέπειτα προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου. Προς τόνωση λοιπόν του ηθικού, ο Γούναρης μαζί με τον Βασιλιά επισκέφθηκαν τα στρατεύματα στη Σμύρνη ενώ παράλληλα ενίσχυσε το στρατό με καινούρια αυτοκίνητα, όπλα κ.λπ. Αφού επέστρεψαν στην Ελλάδα, στις 3 Οκτωβρίου του 1921 αναχώρησε μαζί με τον υπουργό των εξωτερικών, Γεώργιο Μπαλτατζή, για το Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον Γάλλο ομόλογό του.
Η αποβίβαση ταγμάτων στρατού από πλευράς Γαλλίας και Αγγλίας στη Θεσσαλονίκη και η χλιαρή στάση της κυβέρνησης έδωσαν το έναυσμα για την αρχή του λεγόμενου Εθνικού διχασμού. Ο Γούναρης κατηγόρησε τον Βενιζέλο οτι είχε αφήσει ανενημέρωτη την εθνική αντιπροσωπεία σχετικά με την πορεία των εξωτερικών πραγμάτων και οτι δεν είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα της Ελλάδας, και συγκεκριμένα των Ελλήνων κατοίκων της υπόδουλης Μακεδονίας, απέναντι στις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της τότε συμμάχου Βουλγαρίας. Στις 21 Ιουνίου του 1913, ημέρα κήρυξης πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, ο Γούναρης επισήμανε στη Βουλή οτι ο πόλεμος ήταν απότοκο της λανθασμένης προσέγγισης της κυβέρνησης Βενιζέλου προς αυτήν της Βουλγαρίας.
Η συνάντηση δεν ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμη με τον Δημήτριο Μάξιμο, τότε διοικητή της εθνικής τράπεζας, να επιμένει να εγκαταλειφθεί η Μικρά Ασία από τα ελληνικά στρατεύματα, άποψη που δεν την συμμεριζόταν ούτε ο Καλογερόπουλος αλλά ούτε ο ίδιος ο Γούναρης. Στην κλινική παρέμεινε μέχρι και το τέλος της δίκης.
Το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου βρήκε την Ελλάδα νικήτρια σε αντίθεση με τις γείτονες χώρες, Βουλγαρία & Τουρκία. Επίσης το 1933 αναρτήθηκε επιγραφή Αλ.
Η μη εύρεση ικανοποιητικής λύσης διαφυγής ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις. Στις 17 Σεπτεμβρίου συγκροτήθηκε έκτακτο στρατοδικείο για τη δίκη των υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Τελικά η κυβέρνηση καταψηφίστηκε, και κλήθηκε να αναλάβει την πρωθυπουργία ο Σκουλούδης, ο οποίος όμως δεν κατόρθωσε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.
Η πολιτική του πολέμου ενδείκνυται μόνον προς αποτροπήν κινδύνου των ζωτικών συμφερόντων της χώρας, ενδείκνυται μόνον προς προστασίαν των υπερτάτων αυτής συμφερόντων». Απέκρυψαν όμως από τον λαό την διακοίνωση των συμμάχων, στην οποία προειδοποιούσαν την ελληνική κυβέρνηση για οικονομικό αποκλεισμό στην περίπτωση επαναφοράς του Κωνσταντίνου στο θρόνο.
Συγκεκριμένα, μέσω ενός αντιπροσώπου του συνδέσμου, του προτάθηκε να συμμετάσχει στην κυβέρνηση, ακόμα και ως επικεφαλής της, αλλά απάντησε αρνητικά στην πρόταση αυτή λέγοντας: «Πρέπει να έλθω δια του λαού». Στις εκλογές το 1910 εκλέχτηκε με άνεση βουλευτής Πατρών με την υποστήριξη του Θεοτοκικού κόμματος. Ουσιαστικά η χώρα είχε διαιρεθεί στα δύο, στην κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και σε αυτή των Αθηνών.
Ο Γούναρης διορίστηκε υπουργός δικαιοσύνης. Επίσης φρόντισε να επαναφέρει 3.000 απόστρατους φιλοβασιλικούς αξιωματικούς και να αντικαταστήσει τους βενιζελικούς αξιωματικούς με αυτούς, παρ όλη την κρίσιμη χρονική στιγμή, με αποτέλεσμα άπειροι, πάνω στα θέματα της Μικρασιατικής εκστρατείας, και ανέτοιμοι αξιωματικοί να αναλάβουν υψηλές και καίριες, για την εξέλιξη της εκστρατείας, θέσεις. Στις 22 Ιανουαρίου του 1921 ο Δημήτριος Ράλλης, κατόπιν διαφωνίας με τον Γούναρη, υπέβαλε την παραίτηση του και αντικαταστάθηκε από τον Νικόλαο Καλογερόπουλο.
Οι απόψεις του θεωρήθηκαν ιδιαίτερα προοδευτικές αφού πρότεινε μέτρα για την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Η ενασχόληση του όμως με την διακυβέρνηση του κράτους δεν του επέτρεψε να δείξει την απαιτούμενη προσοχή με αποτέλεσμα να υποστεί συντριπτική ήττα από το κόμμα των Φιλελευθέρων. Μετά την άνοδο Βενιζέλου, και λόγω του κινδύνου επίθεσης της Βουλγαρίας, η κυβέρνηση κήρυξε γενική επιστράτευση, η οποία επικρίθηκε από τον Γούναρη.
Η Ελλάδα αρχικά τήρησε ουδέτερη στάση αλλά ήταν ξεκάθαρη η διχογνωμία απόψεων μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου. Ακολούθησε η μετάβαση του στη Ρώμη, έπειτα στις Κάννες, στο Παρίσι και τέλος πάλι στο Λονδίνο.
Τις εκλογές κέρδισε ο Γούναρης αλλά κυβέρνηση σχημάτισε ο Σκουλούδης, στην οποία ο Γούναρης μετείχε αρχικά ως υπουργός επί των εσωτερικών και αργότερα, λόγω του θανάτου του Γεωργίου Θεοτόκη, ως υπουργός των οικονομικών. Η πρώτη σοβαρή πολιτική σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και Γούναρη πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1913 με κύριο θέμα τους χειρισμούς της κυβέρνησης Βενιζέλου στην εξωτερική πολιτική που αφορούσαν τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο.
Στις 17 Μαΐου του 1903, στη συζήτηση του νόμου για την κύρωση της συμβάσεως του μονοπωλίου της σταφίδας που είχε φέρει στη βουλή η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, ο Γούναρης διαφώνησε και εκφώνησε θαυμαστό για την εποχή λόγο που ανάγκασε την κυβέρνηση μετά από λίγες μέρες, και εξαιτίας των αντιδράσεων για τον νόμο αλλά και της διαφωνίας Ζαΐμη, σε παραίτηση. Αντικαταστάθηκε πάλι από τον Νικόλαο Στράτο, ο οποίος δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, και στη συνέχεια την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Πρωτοπαπαδάκης, όντας επικεφαλής κυβερνητικού συνασπισμού.
Κουντουριώτης3 · Ανδρ. Ήταν μια από τις πρώτες κινήσεις για την αποκατάσταση του ονόματος του.
Στους επόμενους μήνες η διαμάχη των δύο αυτών αντρών επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα, εσωτερικής πολιτικής, σχετικά με διάφορες αυθαιρεσίες της κυβέρνησης, ζήτημα το οποίο τόνισε ιδιαίτερα ο Γούναρης στη συνεδρίαση της Βουλής την 22α Νοεμβρίου κατά την οποία καυτηρίασε την κίνησή της να καταφύγει στην έκδοση αναγκαστικών διαταγμάτων χωρίς την έγκριση της ίδιας της Βουλής, με την σύναψη δανείων, όπως η συζήτηση της 23ης Δεκεμβρίου που αφορούσε σύναψη δανείου 500 εκατομμυρίων δραχμών κ.α. Η ρήξη όμως ήταν προδιαγεγραμμένη.
Προσέφερε υπουργικά αξιώματα στον Γούναρη, τον Πρωτοπαπαδάκη και στον Ρέπουλη. Η διαφωνία του δεν ήταν ιδεολογική αλλά θεσμική αφού δεν συμφωνούσε με την επέμβαση του στρατού στις πολιτικές εξελίξεις.
Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του παρίστατο ελάχιστες φορές στην ακροαματική διαδικασία. Την 7η Νοεμβρίου ο συνήγορος του, Σωτηριάδης, κατέθεσε αίτηση αναβολής της δίκης σύμφωνα με τη Δικονομία λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας του πελάτη του. Ζαΐμης3 · Ι.
Με την επιστροφή του στην Αθήνα, ο Καλογερόπουλος παραιτήθηκε από το πρωθυπουργικό αξίωμα. Ύστερα από την παραίτηση του Καλογερόπουλου σχηματίστηκε κυβέρνηση από τον Γούναρη, ο οποίος διατήρησε και το υπουργείο δικαιοσύνης. Με την εκδήλωση του κινήματος του στρατιωτικού συνδέσμου, ο Γούναρης, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Ιταλία, εναντιώθηκε και κράτησε σταθερά αρνητική θέση.
Στις 27 Σεπτεμβρίου παραιτήθηκε η κυβέρνηση Καλογερόπουλου και σχηματίστηκε νέα από τον Σπυρίδωνα Λάμπρο. Η κυβέρνηση επανέφερε τον Κωνσταντίνο, ο οικονομικός αποκλεισμός πραγματοποιήθηκε και οι σύμμαχοι, φοβούμενοι τον φιλογερμανό Κωνσταντίνο, άρχισαν να κρατούν αποστάσεις.
Χαρακτηριστικό της καλλιέργειας του και της ικανότητας του είναι ότι, αν και έπασχε από υψηλό πυρετό, κατάφερε και έγραψε απολογητικό υπόμνημα 67 σελίδων. Στις 22 Ιουλίου του 1922 είχε προτείνει την διανομή των κτημάτων της Εκκλησίας στους ακτήμονες, πρόταση η οποία δεν προχώρησε λόγω της κυβερνητικής αλλαγής. Το εύλογο ερώτημα, το οποίο τίθεται είναι γιατί το Λαϊκό κόμμα επέλεξε να συνεχίσει την Μικρασιατική εκστρατεία παρ όλο που είχε κερδίσει τις εκλογές με κύρια προεκλογική δέσμευση την απόσυρση του ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία; Στη συγκεκριμένη απορία, απάντηση δίνει το ρητορικό ερώτημα του Γούναρη προς εκείνους που τον συμβούλευαν να εγκαταλείψει την Μικρά Ασία: «ναι αλλά τι θα απογίνουν οι δυστυχείς αυτοί πληθυσμοί που τους πήραμε στο λαιμό μας»; Η απόσυρση του στρατού σε μια τόσο κρίσιμη χρονική στιγμή, όταν υπήρχαν ακόμα οι ελπίδες για ολική εξόντωση του τουρκικού στρατού και οριστική επικράτηση της ελληνικής κυριαρχίας στα παράλια της Μικράς Ασίας καθώς και η ελπίδα για την αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας και της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των επτά θαλασσών δεν επέτρεψαν στους πολιτικούς του Λαϊκού κόμματος, και ειδικότερα στο Γούναρη, να προβλέψουν την επικείμενη καταστροφή.
Στις 21 Απριλίου του 1917 η κυβέρνηση Λάμπρου παραιτήθηκε και ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Στις 24 Φεβρουαρίου του 1921 έφτασε στο Λονδίνο μαζί με τον πρωθυπουργό Καλογερόπουλο και διαφόρους κυβερνητικούς συμβούλους για να συναντηθεί με τον Άγγλο πρωθυπουργό Τζορτζ.
Η κρίση όμως που έπληξε εκείνη την εποχή το εμπόριο στην Ελλάδα ανάγκασε τον Γούναρη να επιστρέψει εσπευσμένα στην Πάτρα για να βοηθήσει την οικογένεια του, αφού η επιχείρηση του πατέρα του είχε χρεοκοπήσει. Μετά την επιστροφή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του ασχολήθηκε με την δικηγορία, όπου διέπρεψε κυρίως λόγω της ρητορικής του δεινότητας. Για πρώτη φορά πολιτεύθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1902 με ανεξάρτητο συνδυασμό, οπότε και εκλέχτηκε. Συγκεκριμένα, παρακολούθησε μαθήματα νομικής στα γερμανικά πανεπιστήμια της Λειψίας, του Μονάχου, της Γοτίγγης και της Χαϊδελβέργης, έπειτα μαθήματα πολιτικών επιστημών & κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και του Λονδίνου.
Όταν ξεκίνησε η δίκη, που έμεινε στην ιστορία ως η δίκη των έξι και οι κατηγορούμενοι άκουσαν το κατηγορητήριο, ο Γούναρης δήλωσε: «Δεν έχει τίποτε που να στηρίζεται μέσα εις τον κατηγορητήριον και αυτό με ανησυχεί. Κανελλόπουλον ον εγκαθιστώ γενικόν κληρονόμον ίνα το χρησιμοποιήση προς καλλιτέραν αποκατάστασιν της θυγατρός του Μαρίας.
Λίγο πριν τη σύλληψη του Γούναρη, του προτάθηκε να διαφύγει στο εξωτερικό αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά. Στις 15 Οκτωβρίου μεταφέρθηκαν οι κρατούμενοι από τις φυλακές Αβέρωφ σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στην παλιά Βουλή, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να μετακινούνται. Ταυτόχρονα φιλοβασιλικοί πραγματοποίησαν βιαιότητες εναντίον των Βενιζελικών, γεγονότα τα οποία έμειναν γνωστά ως Νοεμβριανά.
Έμεινε λοιπόν πιστός στις ιδέες του παρά τις προσπάθειες του στρατιωτικού συνδέσμου να τον εντάξει στο κυβερνητικό σχήμα. Αν και κάποιοι από τους σχετικούς νόμους είχαν ψηφιστεί ήδη από την περίοδο 1916-1917, τότε τέθηκαν για πρώτη φορά σε εφαρμογή.
Στις 25 Δεκεμβρίου του 1911 πραγματοποιήθηκε μυστική συγκέντρωση στην οικία του Ηλία Σισίνη στην Γαστούνη υπό την παρουσία του Γούναρη, του Πρωτοπαπαδάκη, του Τσαλδάρη κ.α. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από τους Στέφανο Δραγούμη, Δημήτριο Γούναρη, Εμμανουήλ Ρέπουλη, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Χαράλαμπο Βοζίκη, Απόστολο Αλεξανδρή και Ανδρέα Παναγιωτόπουλο.
Έξι μέρες αργότερα οι σύμμαχοι ενεργοποίησαν γενικό αποκλεισμό της Ελλάδας. Ο ρόλος του Γούναρη στα Νοεμβριανά είναι διφορούμενος. Συμπλήρωσε τις σπουδές του σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια.
Παρ όλα αυτά ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αλέξανδρος Οθωναίος, αρνήθηκε να διακόψει τη δίκη, αγνοώντας το δικαίωμα του κατηγορουμένου για υπεράσπιση. Το πρωί της 15ης Νοεμβρίου, στις 5 π.μ. Η στάση του Γούναρη δεν μπορεί να θεωρηθεί θετική μπροστά στις αυθαιρεσίες των επιστράτων αλλά ούτε αρνητική.
Ήταν θέμα χρόνου η τοποθέτηση Βενιζέλου στην εξουσία. Με τον ερχομό του Βενιζέλου στην κυβέρνηση, στις 14 Ιουνίου του 1917 και αφού είχαν προηγηθεί τα Νοεμβριανά, ο Γούναρης έλαβε εντολή να παρουσιαστεί στο συμμαχικό στρατηγείο στον Πειραιά, όπου μαζί με άλλες 30 αντιβενιζελικές προσωπικότητες θα εξοριζόταν στην Κορσική. εναντίον φιλοβενιζελικών.
Ο Βενιζέλος υποστήριζε την Αντάντ, δηλαδή τη Γαλλία, τη Ρωσία και την Αγγλία, ο Κωνσταντίνος A όμως λόγω και της συγγένειας του με την γερμανική αυτοκρατορική οικογένεια εμπιστευόταν την κατ αυτόν γερμανική υπεροχή. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο Λονδίνο, όπου είχε προκαθορισμένη συνάντηση με τον Άγγλο πρωθυπουργό, στον οποίο δήλωσε ότι δέχεται τις συμμαχικές προτάσεις που είχαν γίνει από το Μάρτιο του 1921.
Η εκτέλεση τους έγινε κυρίως για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία προς την χώρα τους. Το κλίμα δυσφορίας που είχε αρχίσει να δημιουργείται στο λαό, κυρίως λόγω της μη τήρησης των υποσχέσεων περί απόσυρσης των ελληνικών στρατευμάτων, είχε αρχίσει να μεταδίδεται και στους στρατιώτες.
Καποδίστριας3 · Α. Άμεση πρωτοβουλία της κυβέρνησης ήταν να αποδεχθεί τους όρους της συμμαχικής συνδιάσκεψης, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους στρατιωτικούς κύκλους, με πρωταγωνιστή τον αρχιστράτηγο Παπούλα, και στη κοινωνία της Μικράς Ασίας. Από την άλλη πλευρά η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν δραματική.
Οι εκλογές προκηρύχθηκαν για την 6η Δεκεμβρίου του 1915, στις οποίες όμως δεν αρνήθηκαν να συμμετάσχει το κόμμα των Φιλελευθέρων. Στις 3 Ιουνίου του 1931, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου η οδός Καλαβρύτων ή νέος δρόμος μετονομάστηκε σε οδός Δημήτριου Γούναρη.
Έχουν εξασφαλίσει την καταδίκη μας και δεν καταβάλλουν προσπάθειαν δια να δημιουργήσουν λόγους φαινομενικώς ισχυρούς». Ύστερα και από την άρνηση του τελευταίου απευθύνθηκε στον Δημήτριο Γούναρη, ο οποίος στις 24 Φεβρουαρίου σχημάτισε κυβέρνηση. Στις εκλογές το Μαΐου ο Γούναρης πολιτεύθηκε με το κόμμα των Εθνικοφρόνων, το οποίο ο ίδιος είχε ιδρύσει.
Αφορμή στάθηκε η δήλωση Βενιζέλου, κατόπιν συναντήσεως με την επιτροπή κατοίκων Ανατολικής Μακεδονίας, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για βάναυση συμπεριφορά Βουλγάρων στρατιωτών εναντίον τους, οτι «Εάν οι Έλληνες εκ των υποδούλων περιέλθουν υπό την κυριαρχίαν τινός των συμμάχων κρατών όπως κατ ανάγκην θα περιέλθωσιν, η κυβέρνησις θα πράξει ό,τι είναι δυνατόν να περιέλθωσιν λιγότερον». Ο Γούναρης, ο οποίος είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς πυρετό, μεταφέρθηκε στην κλινική Ασημακοπούλου, όπου οι γιατροί διέγνωσαν βαριάς μορφής τύφο.
Ο Γούναρης, προσπαθώντας να λάβει οικονομική αλλά και διπλωματική ενίσχυση, αναχώρησε για τη Βιέννη, όπου συναντήθηκε στο περιθώριο της διάσκεψης για τα μέτρα της οικονομικής ανόρθωσης της Ευρώπης με ξένους ομολόγους του χωρίς όμως να καταφέρει κάτι το ουσιαστικό. Απότοκο αυτής της προσπάθειας ήταν ο προϋπολογισμός να καταψηφιστεί και να οδηγηθεί σε παραίτηση. Μαυροκορδάτος3 · Αθ.
Το ένα κομμάτι διατήρησε την μισή αξία του χαρτονομίσματος και το άλλο μετατράπηκε σε έντοκο δάνειο, εικοσαετούς διάρκειας. Με αφορμή επιστολή-απάντηση του Βασιλιά σε ερώτημα του Άγγλου ναυάρχου Καρ, η οποία κατά τον Βενιζέλο υποδήλωνε μεταβολή της συμφωνημένης εξωτερικής πολιτικής υπέβαλε την παραίτηση του στις 25 Αυγούστου.
Κανακάρης3 · Π. Ανιψιός του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του εμπόρου σταφίδας Παναγιώτη Γούναρη με καταγωγή από το Άργος και της Μαρίας το γένος Αλεξοπούλου.
Στις 9 π.μ η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε στους κατηγορούμενος και ήταν καταδικαστική για τους έξι από τους συνολικά οκτώ κατηγορούμενους. Ο στρατός ανοργάνωτος και με χαμηλό ηθικό, η Ελλάδα παρατημένη από τους συμμάχους ενώ από την αντίθετη πλευρά οι Τούρκοι με την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων οργάνωνε αντεπίθεση.
Στις 8 Ιουνίου παραιτήθηκε η κυβέρνηση Σκουλούδη και σχηματίστηκε νέα την επόμενη μέρα από τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, η οποία παραιτήθηκε στις 29 Αυγούστου, λόγω του κινήματος της «Εθνικής Αμύνης» που είχε ξεσπάσει στη Θεσσαλονίκη. Μαυρομιχάλης3 · Γ.
ο ταγματάρχης Κατσαγιαννάκης ξύπνησε τον Γούναρη για να τον μεταφέρει στις φυλακές Αβέρωφ, παρ όλο που οι γιατροί του είχαν απαγορεύσει οποιαδήποτε μετακίνηση, προκειμένου να λάβει γνώση της απόφασης του δικαστηρίου. Ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, ο οποίος δήλωσε αδυναμία με αποτέλεσμα να αναλάβει ο Νικόλαος Καλογερόπουλος. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1916 ο Βενιζέλος μαζί με τον Παύλο Κουντουριώτη και τον Παναγιώτη Δαγκλή εγκαθίδρυσε την προσωρινή κυβέρνηση της Τριανδρίας στη Θεσσαλονίκη, απαιτώντας την είσοδο της χώρας στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Η απομάκρυνση του φιλοβασιλικού Γεωργίου Στρέϊτ, υπουργού επί των εξωτερικών, η παύση του υποστράτηγου Δούσμανη από την αρχηγία του επιτελείου και τέλος η άρνηση του Βασιλιά να ικανοποιήσει το αίτημα για συμμετοχή της Ελλάδας στις επιχειρήσεις ων Δαρδανελίων επέφερε το τέλος της συνεργασίας Βενιζέλου-Βασιλιά, το οποίο επισημοποιήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1915, όταν υπέβαλε την παραίτηση του, η οποία και έγινε δεκτή. Ο Γούναρης μαζί με τους Μπαλτατζή, Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκη, Στράτο και Χατζανέστη καταδικάζονταν στην ποινή του θανάτου. Στις 11:27 π.μ.
Μια μέρα αργότερα βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Πάτρα, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής. Με τη συνθήκη των Σεβρών, στις 20 Αυγούστου του 1920, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρούσε την Ιμβρο, την Τένεδο, τα νησιά του Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, πλην της Ρόδου, τα παράλια της Μικράς Ασίας και την ανατολική Θράκη στην Ελλάδα.
Έτσι στις 13 Αυγούστου εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση που είχε ως συνέπεια τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής. Η κυβέρνηση αμέσως παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου, η οποία δεν στάθηκε ικανή για να αντιμετωπίσει το στρατιωτικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Μυτιλήνη και τη Χίο. Αξίζει να σημειωθεί οτι η κυβέρνηση Γούναρη προώθησε μια σειρά από μέτρα, με τα οποία τα μεγάλα τσιφλίκια εκποιήθηκαν από το κράτος και διανεμήθηκαν στους κολλήγους. Τα γεγονότα προχώρησαν με ταχύ ρυθμό και στις 22 Ιουλίου η Αγγλία εισήλθε στον πόλεμο.
Τον Φεβρουάριο όμως του 1909, και αφού είχε συνειδητοποιήσει ότι η συνεργασία του ήταν αδύνατη, υπέβαλε την παραίτηση. Τον Ιούνιο του 1906 δημιουργήθηκε η γνωστή πολιτική «ομάδα των Ιαπώνων», η οποία ονομάστηκε έτσι από τον εκδότη της «Ακροπόλεως», Βλάση Γαβριηλίδη, λόγω της μαχητικότητάς της που ομοίαζε κατά τον Γαβριηλίδη με τη μαχητικότητα των Ιαπώνων στρατιωτών κατά τον την εποχή εκείνη διεξαγόμενο Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο.
Ο Γούναρης αφού έλαβε τον λόγο ξεκαθάρισε για άλλη μια φορά τη θέση του λέγοντας χαρακτηριστικά οτι «η διαφορά της γνώμης μεταξύ ημών και υμών είναι μέγιστη». Οι Γάλλοι εν των μεταξύ κατέλαβαν την Αθήνα και τον Πειραιά.
Δεν δέχθηκε να του δέσουν τα μάτια. Από πολλούς κατηγορείται οτι ήταν ο ιδρυτής των επιστράτων, σώμα απλών πολιτών, οπαδών του Βασιλιά, που κατά την περίοδο των Νοεμβριανών προέβησαν σε καταστροφές, ξυλοδαρμούς κ.α.
Η δράση των Ιαπώνων ενόχλησε τον Γεώργιο Θεοτόκη που διαβλέποντας την επικείμενη κρίση προσπάθησε να προσεταιριστεί μερικούς από αυτή την πολιτική ομάδα. Εξαντλήθηκε όμως και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Έτσι ο Γούναρης ανέλαβε να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, στην οποία κράτησε πάλι το υπουργείο δικαιοσύνης για τον εαυτόν του. Ο Βενιζέλος προκειμένου να εξαλείψει τον κίνδυνο του τουρκικού στρατού οργάνωσε εκστρατείες στο εσωτερικό της Τουρκίας, εκτείνοντας ακόμα περισσότερο το εύρος των πολεμικών επιχειρήσεων. Αυτή ήταν η κατάσταση όταν στις 10 Οκτωβρίου του 1920 ο Γούναρης επέστρεψε από την Ιταλία στη Κέρκυρα.
Παρατηρήθηκε τότε μια μεταστροφή πολιτικής των συμμάχων υπέρ των Τούρκων, τους οποίους ενίσχυσαν πολλές φορές με πολεμικό υλικό. Την άποψη αυτή επαληθεύουν τα λόγια του Ελευθερίου Βενιζέλου χρόνια αργότερα: Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον οτι ουδείς εκ των πολιτικών αρχηγών της Δημοκρατκής Παρατάξεως θεωρεί οτι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις εφορμόσθη μετά το 1920, δύναται να κατηγορηθούν δια πράξιν προδοσίας της πατρίδος ή οτι εν γνώσει ωδήγησαν τον τόπον εις την μικρασιατικήν καταστροφή.
