πατρα - Κωστής Παλαμάς

Φωτογραφία από χρήστη cipherhood στο Flickr.
Το επόμενο έργο Πάτρα του, ο Τάφος (1898), αποτελείται από ποιήματα - μοιρολόγια για τον θάνατο του γιού του Άλκη. Στις επόμενες συλλογές του γενικά δεν παρουσιάστηκε κάτι νέο στην ποιητική του πατρα Οικογένεια Τζίνη εξέλιξη, παρά μόνο στις τελευταίες, Ο κύκλος των τετράστιχων (1929) και Οι νύχτες του Φήμιου(1935): αποτελούνται αποκλειστικά από σύντομα, τετράστιχα ποιήματα. Η εποχή Πάτρα της εμφάνισης του Κωστή Παλαμά, αλλά και των άλλων ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής συνέπεσε με την έξαρση του προβληματισμού για το γλωσσικό ζήτημα: το 1888 εκδόθηκε το Ταξίδι μου του Ψυχάρη, ενώ είχε προηγηθεί η διαμάχη Κωνσταντίνου Κόντου- Δημ.
Ο Παλαμάς, υποστηρικτής της δημοτικής, υποδέχθηκε με ευνοϊκή Πάτρα κριτική το Ταξίδι μου: μια μόλις μέρα αφ ότου το διάβασε, έγραψε το άρθρο Το επαναστατικόν βιβλίον του κ. Θα απαρνηθεί τη δουλειά, την αγάπη, τη θρησκεία, τους αρχαίους, τους βυζαντινούς και όλες τις πατρίδες αλλά και θα τα αναστήσει όλα μέσα από την Τέχνη, μαζί και τη μεγάλη χίμαιρα της εποχής, τη Μεγάλη Ιδέα.
Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από όπου αποχώρησε το 1928. Παρά ταύτα ο ίδιος δεν δίστασε να δηλώσει δημοσίως ότι ο δημοτικισμός ήταν η αρετή του (1908). Ήταν ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες κριτικούς.
Βερναρδάκη, το 1882. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης.
Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή την σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση ήταν το 1878 το ποίημα Μεσολόγγι .
Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα: Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη Παλαμαία Σχολή και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864-Φεβρουάριος 1865). Το ενδιαφέρον για το έργο του μειώθηκε στην μεταπολεμική Ελλάδα όταν αφενός επικράτησαν διαφορετικά αισθητικά ρεύματα και αφετέρου υποχώρησε το ενδιαφέρον για την ποίηση γενικότερα. Οι δύο πρώτες του συλλογές, Τραγούδια της πατρίδος μου και Τα μάτια της ψυχής μου είχαν ακόμα απηχήσεις του ρομαντισμού της Α Αθηναϊκής Σχολής και κάποια κατάλοιπα καθαρεύουσας.
Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτολογικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Το ποιητικό του έργο είναι μεγάλο σε έκταση και σε σημασία και είχε τεράστια απήχηση στην εποχή του. Σήμερα στεγάζεται εκεί το Ίδρυμα Κωστή Παλαμά. Ο Παλαμάς ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους.
Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι Ίαμβοι και Ανάπαιστοι (1897), Ασάλευτη Ζωή (1904), ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907), Η Φλογέρα του Βασιλιά (1910). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας: τον μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και τον μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι.
Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές: τους αποκαλούσαν περιφρονητικά παιδαρέλια ή ποιητές της Νέας Σχολής . Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το πρώτο του ποίημα το είχε γράψει σε ηλικία 9 ετών, ποίημα για γέλια , όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος.
Ψυχάρη , εκφράζοντας ενθουσιώδεις κρίσεις, χωρίς βέβαια να παραλείψει να επισημάνει και τις ακρότητες του συγγραφέα. Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πει ότι ο Παλαμάς είχε μεγαλύτερη επιρροή από 10 Πρωθυπουργούς.
Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930. Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά τον θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του κλείνει με την συλλογή Ασάλευτη Ζωή (1904), η οποία περιέχει υλικό από όλα τα προηγούμενα χρόνια της δράσης του.
Στο πνευματικό του ταξίδι ο Γύφτος θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει τον κόσμον όλο. Ενώ σταδιακά στην ποίηση η δημοτική καθιερώθηκε (με τη συμβολή και των ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής), στην πεζογραφία (και φυσικά στον επίσημο λόγο) επικρατούσε η καθαρεύουσα.
Η συλλογή απορρίφθηκε με τον χαρακτηρισμό λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα . Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896.
Το 1898, μετά τον θάνατο του γιού του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση Ο Τάφος . Το 1887 παντρεύτηκε την συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς.
Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς (με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο) και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες Ραμπαγάς και Μη χάνεσαι .
Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875, σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία. Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Θα υμνήσει τον ελεύθερο λαό του, αλλά θα τραγουδήσει και έναν νιτσεϊκό αδάκρυτο ήρωα.
Όταν εκείνος έφυγε από την Πάτρα, το σπίτι ενοικίασε η οικογένεια Σεράο από την Ιταλία και εκεί γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο. Η κηδεία του έμεινε ιστορική καθώς, μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμος τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα, στην οδό Κορίνθου.
Θα καταλήξει προσκυνώντας τη Φύση και την Επιστήμη. Η Φλογέρα του βασιλιά (1910) διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β ( Βουλγαροκτόνου ) στην Αθήνα. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για το Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του μακεδονικού αγώνα. Μετά τις μεγάλες συνθέσεις επανήλθε σε μικρότερες λυρικές φόρμες, με τις συλλογές Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας και Η Πολιτεία και η Μοναξιά (1912), μαζί με τις οποίες εξέδωσε και τα σατιρικά ποιήματά του (Σατιρικά γυμνάσματα).
Διαμετρικά αντίθετες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Νίκος Ζαχαριάδης αισθάνθηκαν την ανάγκη να τοποθετηθούν απέναντι στον Δωδεκάλογο του Γύφτου. Η επίσημη θέση του όπως ήταν φυσικό δύσκολα μπορούσε να συνδυαστεί με την υποστήριξη στον δημοτικισμό: βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο επιθέσεων, ειδικά κατά τα Ευαγγελικά (1901) και τα Ορεστειακά (1903).
Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με τον Νίκο Καμπά και τον Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα, με σαφείς τις επιδράσεις της Α Αθηναϊκής Σχολής.
Η πρώτη σημαντική στάση στο έργο του ήταν η συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι (1897), κυρίως για την ανανεωμένη μετρική της, με την εναλλαγή ιαμβικού και αναπαιστικού ρυθμού (ο ίδιος επισήμανε ότι παρακινήθηκε από την μετρική του Κάλβου), αλλά και για την εκφραστική λιτότητα και σαφήνεια. Κεντρική θέση στη συλλογή έχουν τα ποιήματα Η Φοινικιά (αναγνωρίζεται ως το καλύτερο ίσως έργο του), Ασκραίος και Αλυσίδες (συναποτελούν την ενότητα Μεγάλα οράματα ) και η ενότητα σονέτων Πατρίδες. Η κορυφαία έκφραση της λυρικής σκέψης του Παλαμά είναι Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907).
Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Η υποστήριξή του προς όλες τις προσπάθειες καθιέρωσης της δημοτικής ήταν συνεχής και έμπρακτη: συνεργαζόταν με το περιοδικό-όργανο του δημοτικισμού Ο Νουμάς από το πρώτο κιόλας τεύχος και στη δημοτική έγραψε όχι μόνο τα ποιήματα, αλλά και τα (λίγα) διηγήματά του. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ στο λογοτεχνικό (και αργότερα και στο κριτικό) έργο χρησιμοποιούσε την δημοτική, ως Γραμματέας του Πανεπιστημίου ήταν υποχρεωμένος να συντάσσει τα επίσημα έγγραφα σε αυστηρή καθαρεύουσα: όπως ανέφερε ο ίδιος σε επιστολή του, στην φιλολογική του εργασία ήταν μαλλιαρός και στην υπηρεσία του αττικιστής απ την κορφή ως τα νύχια .
Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 1859 - Αθήνα, 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας.
