πατρα - Περικλής Γιαννόπουλος

πατρα - Περικλής Γιαννόπουλος
Φωτογραφία από χρήστη στο Flickr.

Με εντελώς προσωπικό ύφος και γλώσσα, και ασυγκράτητο πάθος, εκφράζει τις ελληνοκεντρικές του ιδέες και καταγγέλλει τα κατ αυτόν πατρα Περικλής Γιαννόπουλος αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας - προπαντός την ξενομανία, τον φραγκοραγιαδισμό όπως τον ονόμασε ο ίδιος. Από άλλους θεωρείται πατρα απλώς ρομαντικός και ωραίος τρελός, από άλλους υβριστής, άλλοι όμως Πάτρα αναγνωρίζουν από την πρώτη στιγμή την πρωτοτυπία του και εμπνέονται από αυτόν.

Ο Άγγελος Σικελιανός θα ακολουθήσει δική του, πρωτότυπη ελληνοκεντρική πορεία, θα υμνήσει όμως και πατρα Α.Ο. Έσπερος Πάτρας αυτός τον Γιαννόπουλο και βεβαίως δεν θα μείνει ανεπηρέαστος από αυτόν.7) Αν και ο Γιαννόπουλος ευτύχησε να είναι πολύ γνωστός και να έχει Πάτρα αφοσιωμένους φίλους στον πνευματικό κόσμο των Αθηνών (τόσο για το πρωτότυπο, ελληνοκεντρικό, παθιασμένο πνεύμα του, αλλά επίσης και για τον μποέμικο και άκρως φιλελεύθερο για τα συντηρητικά ήθη της εποχής τρόπο ζωής του - κατά τις μαρτυρίες μάλιστα υπήρξε και ωραιότατος άνδρας12), εν τούτοις δεν ευτύχησε να έχει Πάτρα την ευρύτερη αποδοχή που ποθούσε ως συγγραφέας, πόσο μάλλον να αναμορφώσει κατά το όραμά του την ελληνική κοινωνία. Δεν ήθελε, αυτός ο λάτρης του ωραίου, να γεράσει (όπως υπέθεσε ο Ίων Δραγούμης); Ένιωσε ότι έφθανε στην εξάντληση της καλλιτεχνικής του δημιουργίας; Ότι δεν είχε άλλο τίποτε πια να προσφέρει πια, ούτε Πάτρα μπορούσε να αναμορφώσει την ελληνική κοινωνία; Απογοήτευση από την μη ευόδωση με γάμο της ερωτικής σχέσης του με την Σοφία Λασκαρίδου, ζωγράφο και χειραφετημένη γυναίκα της εποχής; Ρομαντικός και ερασιθάνατος (η λέξη του Ιωάννη Συκουτρή, του επίσης μεγάλου ελληνολάτρη αυτόχειρα); Όλα αυτά μαζί, σημειώνει ο ψυχίατρος και λογοτέχνης Πάτρα Πέτρος Χαρτοκόλλης. Στις 8 Απριλίου 1910, ο Περικλής Γιαννόπουλος δημιούργησε και εκτέλεσε το τελευταίο έργο του - κατά πολλούς το αποκορύφωμα του έργου του. Άρχισε από το 1894 να δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων των Ντίκενς, Πόε, Λοτί, Ουάιλντ, Μποντλέρ, Μιρμπό, Τελιέ, καθώς και δικά του πεζά ποιήματα .

Με Πάτρα θαυμαστή ευαισθησία, ορίζει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Ελληνικής Γραμμής και του Ελληνικού Χρώματος, όπως αυτά απορρέουν φυσικά από την Ελληνική Γη και το Ελληνικό Φως γύρω του. Το 1906 εκδίδει ως αυτόνομο βιβλίο το Νέον Πνεύμα , και το 1907 την εκτενέστερη Έκκλησι προς το Πανελλήνιον Κοινόν - τα ιδεολογικά του μανιφέστα.

Ήταν γιος του Ιωάννη και της Ευδοκίας Θεοφράστου Χαιρέτη. Και πριν την Ιστορία, την κοινωνία και την πολιτική, ο Γιαννόπουλος, την πρώτη και βασική στρέβλωση και απομάκρυνση από την «ελληνικήν φύσιν» την εντοπίζει στις τέχνες. Για να αποσαφηνίσει ο Γιαννόπουλος τις θεμελιώδεις αρχές της ελληνικότητας στις τέχνες (Ζωγραφική, Γλυπτική, Αρχιτεκτονική, Μουσική κ.ά.), από τις οποίες, κατ αυτόν, λόγω της ξενομανίας, συμπλέγματος κατωτερότητας έναντι της Δύσης, η νεώτερη ελληνική κοινωνία είχε απομακρυνθεί, δεν θέτει ως βάση οποιαδήποτε τέχνη, ρυθμό ή τεχνοτροπία, αλλά αυτήν ταύτην την Ελληνική Φύση.

Πριν ταφεί, δύο άγνωστες κυρίες, σαν νύμφες της Αττικής γης, στόλισαν τον νεκρό με λουλούδια (πιθανότατα η Σοφία Λασκαρίδου). Ο θάνατος, ο τρόπος μάλιστα του θανάτου του Περικλή Γιαννόπουλου συγκλόνισε την κοινωνία και τον τύπο της εποχής, τόσο που δεν είχε γίνει για τα έργα του όσο ζούσε. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, γράφτηκε στη Νομική Σχολή.

Από το 1899 αρθρογραφεί στις εφημερίδες Ακρόπολις, Το Αστυ, Εστία κ.ά. Γι αυτό φέρεται ότι επηρεάστηκε ιδιαίτερα από το έργο του θείου του Εμμανουήλ Χαιρέτη.13 O Περικλής Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1869 και αυτοκτόνησε στον κόλπο του Σκαραμαγκά στις 8 Απριλίου 1910. Παρακολούθησε μαθήματα ιατρικής για ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άλλα δύο χρόνια στο Παρίσι.

Με μία σφαίρα στο κεφάλι, ενώθηκε για πάντα με την ελληνική φύση που τόσο είχε αγαπήσει. Ο Ίων Δραγούμης γίνεται αδελφικός του φίλος, και μάχεται μετά τον θάνατο του Γιαννόπουλου να κάνει το όραμα του φίλου του πολιτική πράξη6.

Μετά το θάνατο του πατέρα του, όμως, εγκατέλειψε τις σπουδές του και πήγε για οχτώ μήνες στον αδελφό του στο Λονδίνο, όπου μελέτησε αγγλική και γαλλική λογοτεχνία. Οι περικλογιαννοπούλειες ιδέες, σε σύγκρουση με κάθε κατεστημένο, προκαλούν αντιδράσεις στην Αθήνα της εποχής.

ηγωνίζετο να καταδείξη όχι απλώς και μόνον ότι το ελληνικόν είναι το μόνον αρμόζον, αλλά και ποίον είναι αυτό το ελληνικόν.» Την ελληνικότητα αυτήν, το «κατά φύσιν» του Έλληνα, από την πολιτική και τήν κοινωνία μέχρι τις τέχνες, ο Γιαννόπουλος το ανήγαγε στην Ελληνική Φύση. Και ακόμη, αισθητικός της ελληνικότητας, σουρεαλιστής πριν τον σουρεαλισμό5, οικολόγος πριν το οικολογικό κίνημα5, αρχαιολάτρης αλλά και Ορθόδοξος και Βυζαντινός μαζί3, «ξανθός ιππότης»12, μποέμ, χίππης και δανδής μαζί3, αναρχικός και σαμουράι3, ρομαντικός, ιδιόρρυθμος, δριμύς κατήγορος της κοινωνίας της εποχής του5. Ο Ίων Δραγούμης έγραψε για τον Γιαννόπουλο: «.μου φάνηκε σαν τον βοριά τον παγωμένο που μανιασμένος σαρώνει τους βρώμικους από μικρόβια αέρηδες και από κάθε βρώμα ή σκουπίδι καθαρίζει τον κόσμο.

Τις θεμελιώδεις του αρχές για τις τέχνες, αναπτύσσει στα έργα του «Ἑλληνικὴ Γραμμή» (1903) και «Ἑλληνικὸν Χρῶμα» (1904). Κατσίμπαλης, Αγγελική Χατζημιχάλη8 κ.ά.) .

Όπως είχε προσχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια πολύ καιρό πριν9, στεφανωμένος, καβάλησε το άσπρο άλογό του και μπήκε μαζί του στην θάλασσα του Σκαραμαγκά. Το νεκρό σώμα του το έβγαλαν τα κύματα στην στεριά δέκα μέρες μετά.

(Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Αριστος Καμπάνης, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Σπύρος Μελάς δημοσιεύουν πολύ εγκωμιαστικές κριτικές. Προηγουμένως είχε κάψει πολλά ανέκδοτα έργα του (κατά μαρτυρίες μια εργασία περί της αρχιτεκτονικής, καθώς και διηγήματα φαντασίας), σημειώνοντας ότι αφού η Ελληνική Φύση τα ενέπνευσε στον ίδιο, θα τα ενέπνεε και σε άλλους στο μέλλον.

Θάνατος. Αισθητικός με σπάνια ευαισθησία, στην Φύση έψαχνε την αρχή των πάντων.

Για πολλές ημέρες δημοσιεύονταν λεπτομέρειες για τον τρόπο του θανάτου του, ενώ ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Μαλακάσης και η Μυρτιώτισσα του αφιέρωσαν ποιήματα.9 Η ελληνικότητα στις τέχνες κατά τον Γιαννόπουλο Κατά τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, «Ο Περικλής Γιαννόπουλος υπήρξεν ο μεγαλείτερος, ο ευγλωττότερος και ο φωτεινότερος απόστολος του κατά φύσιν ελληνικού ζην. Καταγόταν δηλαδή από την αρχοντική κρητική, βυζαντινής καταγωγής, οικογένεια Χαιρέτη, της οποίας μέλη είχαν εγκατασταθεί στην Πάτρα.

μοναχό κριτή τον Ήλιο»), Μιλτιάδης Μαλακάσης («σ ευλάβεια μνήμης, ω Απολλώνιε ζήσε, Νέος μαζί κι Αρχαίος»), Μυρτιώτισσα («Ευγενικέ μας φίλε.»)) και εμπνεύστηκαν από αυτόν10 (Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης και ολόκληρη η Γενιά του 30, Δημήτρης Πικιώνης, Άρης Κωνσταντινίδης, Γιάννης Τσαρούχης, Κώστας Φέρρης, Λίνος Καρζής, Γ. Παρακαλούμε δείτε τη σχετική συζήτηση στη σελίδα συζήτησης του άρθρου. Ο Περικλής Γιαννόπουλος (Πάτρα 1869 - Αθήνα 1910), λογοτέχνης, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, υπήρξε ελληνολάτρης διανοητής.

και στα περιοδικά Κριτική, Παναθήναια, Ο Νουμάς κ.ά., χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα όπως Λωτός, Απολλώνιος, Νεοέλλην, Μαίανδρος, Θ. Συγκεκριμένα, κατά τον Γιαννόπουλο: α) Η Ελληνική Γραμμή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, διαύγεια, καθαρότητα, απαλότητα, καμπυλότητα, λυγεράδα, χάρη, αρμονία του συνόλου αλλά ποικιλία των λεπτομερειών.14 β) Το Ελληνικό Χρώμα χαρακτηρίζεται από: αϋλότητα, ελαφρότητα, με βασικά χρώματα το κυανό και το χρυσό, αλλά και ποικιλία στις λεπτομέρειες και διαρκείς παραλλαγές και παιχνίδισμα σε ολόκληρο φάσμα λεπτοτάτων αποχρώσεων.15 «Αὐτὸς ὁλόκληρος ὁ Γήινος Γραμμικὸς καὶ Χροϊκὸς Χορός, ὁ ὑμνῶν τὴν Δόξαν τοῦ Παγκάλου Τρελλοθεοῦ τῆς Ἑλλάδος», σημειώνει με εκστατικό οίστρο ο Γιαννόπουλος, αυτά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Ελληνικής Φύσης πρέπει να καθορίζουν και κάθε έκφανση της Ελληνικής Τέχνης, όπως καθορίζουν και την ψυχή, τον χαρακτήρα του Έλληνα: «σὰν τὴν παλαιάν μας τέχνην, ὅπου ὅλα φαίνονται ἀδελφά, καὶ ὅμως κανὲν δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ἄλλο ἡ χαρακτηριστικὴ ἑνότης τοῦ συνόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ Ἕλληνος καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν μερῶν, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ χωρογραφικῶς καὶ χρωματικῶς καὶ γραμμικῶς». Χαρακτηρίστηκε από τους ομόδοξούς του πατέρας του πνευματικού κινήματος του ελληνοκεντρισμού5 και του ελληνικού εθνικισμού, «ο εξοχώτερος των νέων Ελλήνων»1, «ο μεγαλείτερος, ο ευγλωττότερος και ο φωτεινότερος απόστολος του κατά φύσιν ελληνικού ζην»2, «άγιος της ελληνικής νεολαίας»3, «αηδόνι της ελληνικής γης»3, «μάγος της ελληνικής γλώσσας»3, ή ακόμη, απλά και πάνω απ όλα, «ο Έλλην»4.

Σ αυτού τον ρυθμό τη ζωή μου τονίζω.»6 Ποιητές και καλλιτέχνες τον ύμνησαν (Κωστής Παλαμάς («ο Αντίνοος έφηβος, ο πιο λαμπρός που ζούσε»), Άγγελος Σικελιανός («Κι έφερε η φήμη .